Νέα λιτότητα για το λαό, μεγάλες διευκολύνσεις στο κεφάλαιο.

Η άνοδος των τιμών των προϊόντων καθημερινά μεγαλώνει. Τα στοιχεία της Eurostat  σχετικά με το δείκτη τιμών καταναλωτή δείχνουν αύξηση 4,1% σε ετήσια βάση τον Οκτώβρη, από 3,4% το Σεπτέμβρη και 3% τον Αύγουστο για την ευρωζώνη.

Για την Ελλάδα από  1,9% το Σεπτέμβρη  άνοδο στο 3% τον Οκτώβρη και συνεχώς εκτοξεύεται με ταχύτατους ρυθμούς. Η τεράστια άνοδος των τιμών της ενέργειας,  ιδιαίτερα του φυσικού αερίου αλλά και των άλλων πηγών ενέργειας, οδηγεί σε μεγάλη αύξηση του κόστους της παραγωγής των προϊόντων και επιβαρύνει πολύ τα λαϊκά νοικοκυριά.

Οι μισθοί παραμένουν σταθεροί στο κατώτατο σημείο, ο κατώτατος μισθός σε απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα. Χιλιάδες συντάξεις περιμένουν 2, 3 και 4 χρόνια για να εκδοθούν. Τα ενοίκια έχουν εκτιναχθεί στα ύψη. Οι τιμές όμως  των προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ καθημερινά αλλάζουν προς τα πάνω. Το κόστος παραγωγής των γεωργικών προϊόντων μεγαλώνει αφού λιπάσματα και άλλα αναγκαία για την παραγωγή είδη ακριβαίνουν και ορισμένα βρίσκονται σε σημαντική έλλειψη. Έτσι οι λιανικές τιμές των οπωροκηπευτικών και των λοιπών προϊόντων εκτινάσσονται.

Οι δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων ότι η άνοδος των τιμών είναι παροδική και αποκλειστικά εισαγόμενη, ότι ως  το τέλος του χρόνου  το φαινόμενο θα έχει ξεπεραστεί δεν έχουν καμία αξία. Οι ανατιμήσεις θα τραβήξουν για πολύ και οι επιπτώσεις τους ιδιαίτερα επώδυνες.

Πέραν της ανόδου του κόστους της ενέργειας, στην άνοδο των τιμών και του κόστους παραγωγής επιδρούν σοβαρά προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα όπως οι πολύ ακριβές μεταφορές,  η έλλειψη μεταφορικών μέσων κλπ που οδηγούν σε καθυστερήσεις στην παραγωγή και κλείσιμο των εργοστασίων σε πολλές περιπτώσεις.

Οι επιπτώσεις στα λαϊκά νοικοκυριά είναι ήδη πολύ μεγάλες και αναμένεται να πολλαπλασιαστούν. Τα μέτρα που έλαβε και πολυδιαφήμισε η κυβέρνηση δεν είναι τίποτα περισσότερο από ασπιρίνες.

Η ευφορία που δημιούργησαν κυβερνητικοί κύκλοι σχετικά με την άνοδο κατά 16,1% του ΑΕΠ το 2ο τρίμηνο του 2021 σε σχέση με το αντίστοιχο του προηγούμενου χρόνου και το αξιοποίησαν προπαγανδιστικά σε πρωτοφανή βαθμό δεν σημαίνει κάτι ουσιαστικό. Μία οικονομία κυριολεκτικά σταματημένη το 2020 με τη χαλάρωση των μέτρων για την πανδημία το 2021 έχει άνοδο, εξάλλου αυτό συνέβη και μάλιστα σε υψηλότερα ποσοστά στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης.

Στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανοίγει δημόσια συζήτηση για την επανεξέταση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης κάτω από το πρίσμα των προβλημάτων και των νέων προκλήσεων που έφερε η κρίση του κορονοϊού και με το επιχείρημα ότι οι σημερινές οικονομικές συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές από τη δεκαετία του ’90 όταν το πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκε και πλέον είναι απαραίτητη η τροποποίηση του.

Στον πυρήνα των προθέσεων βρίσκεται η θέση για ορισμένη χαλάρωση του ισχύοντος δημοσιονομικού πλαισίου με στόχο τη στήριξη των οικονομιών των χωρών μέσω μεγάλης κρατικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων. Η επαναφορά του Συμφώνου Σταθερότητας από το 2023 στόχος είναι να γίνει με νέα μορφή πιο ευέλικτης διαχείρισης.

Στα πλαίσια αυτά ο ESM  κατέθεσε τις προτάσεις του που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.

Παρέχεται η δυνατότητα το  όριο του κρατικού χρέους από 60% του ΑΕΠ που είναι σήμερα να φτάσει ως και το 100%. Να χρηματοδοτηθούν δηλαδή οι επιχειρήσεις και η οικονομία, μέσω του δανεισμού του κράτους, και έτσι να στηριχθεί η αναμενόμενη οικονομική  ανάκαμψη. Ο στόχος για κρατικά ελλείμματα παραμένει στο 3% αλλά προβλέπονται εξαιρέσεις αύξησης των ελλειμμάτων για τη χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών.

Κράτη με υπέρογκα χρέη όπως η Ελλάδα και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου πρέπει να παρουσιάζουν πρωτογενή πλεονάσματα ώστε να φτάσει το ύψος του χρέους τους στο 100% ή πιο λίγο σε ένα χρονικό βάθος 20 ετών. Στην περίπτωση δε που έχουμε μείωση της οικονομικής δραστηριότητας ή μείωση των επενδύσεων, το συμφωνημένο ποσοστό μείωσης του χρέους για κάθε έτος αναστέλλεται για μία διετία με στόχο την αποκατάσταση των ρυθμών ανάπτυξης.

Τα παραπάνω για την Ελλάδα σημαίνουν τα εξής:

Το κρατικό χρέος της χώρας έφτασε στο  ιλιγγιώδες ύψος 208,83% του ΑΕΠ το 2021 και το 2022 προβλέπεται μία ορισμένη υποχώρηση του στο 201,41%. Με βάση τις προτάσεις του ESM, αυτό για την Ελλάδα σημαίνει ότι για να φτάσει το δημόσιο χρέος στο 100% από το σημερινό ύψος του τα επόμενα 20 χρόνια θα πρέπει η χώρα να παρουσιάζει πλεονάσματα περίπου 5% ετησίως, δηλαδή σχεδόν 10 δισεκατομμύρια ευρώ. Με δυο λόγια μία βαριά πολυετή λιτότητα με αιματηρές μειώσεις των δαπανών, Ιδίως των κοινωνικών δαπανών και νέοι φόροι για τα λαϊκά νοικοκυριά.

Τρία είναι τα βασικά σενάρια που εξετάζονται. Αυτό που έχει ως οροφή για το χρέος στο 100% του ΑΕΠ που σημαίνει 4,5% πλεονάσματα το χρόνο για 20 χρόνια ή 3% πλεονάσματα αν η μείωση του χρέους επεκταθεί στα 30 χρόνια. Το δεύτερο σενάριο που θέτει όριο του χρέους το 80% του ΑΕΠ απαιτεί πλεονάσματα 5% ετησίως για 20 χρόνια ή 4,5% για 30 χρόνια και το τρίτο σενάριο με βάση το ανώτατο όριο χρέους στο 60% απαιτεί για 20 χρόνια πλεονάσματα 6,5% του ΑΕΠ και 4,5% για 30 χρόνια.

Ακυρώνεται η επιδίωξη της κυβέρνησης για έξοδο από την ενισχυμένη εποπτεία από το 2023 που σημαίνει μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Το 2022 και μάλιστα το πρώτο εξάμηνο του είναι πολύ πιθανόν η κυβέρνηση να προχωρήσει σε γενικές εκλογές. Στην περίπτωση αυτή η προσπάθεια επανεκλογής της γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη.

Για τις λαϊκές οικογένειες, για τα πλατιά λαϊκά στρώματα, οι εξελίξεις αυτές σημαίνουν συνέχιση και επιδείνωση της σημερινής κατάστασης, παράταση της λιτότητας και των τεράστιων λαϊκών δυσκολιών σε όλους τους τομείς.

Η πλατεία λεωφόρος της ανάπτυξης που το κυβερνητικό story περιλαμβάνει η οποία θα σημάνει και καλύτερες μέρες για το λαό ακυρώνεται.

Ο λαός πρέπει να παλέψει για:

  • Βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των εργαζομένων μόνο μέσα από την ανάπτυξη των αγώνων και τη διεκδίκηση της κατάργησης του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, τουλάχιστον για όσο διαρκεί η ενεργειακή κρίση.
  • Διεκδίκηση μηδενικού ΦΠΑ στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης.
  • Γενναία αύξηση του κατώτατου μισθού, των χαμηλών συντάξεων και ενίσχυση των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων.

Τα παραπάνω σημαίνουν διεκδίκηση και ακύρωση της κυβερνητικής απόφασης για κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής (την οποία ανακοίνωσε η κυβέρνηση πρωτοπορώντας, υποτίθεται, σε ολόκληρη την Ευρώπη) που αποδεικνύεται βήμα στο κενό όταν όλα τα ισχυρά κράτη παρατείνουν πολλά χρόνια τη λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων ή ανοίγουν λιγνιτωρυχεία και εργοστάσια που είχαν σταματήσει την παραγωγή.  Οι λιγνιτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής εξασφαλίζουν ηλεκτρική ενέργεια ιδιαίτερα φθηνή, ενώ  η  τιμή του φυσικού αερίου έχει εκτιναχθεί στα ύψη. Κι όλα αυτά για να ικανοποιηθούν τα μεγάλα μονοπωλιακά συμφέροντα που στηρίζουν την κυβέρνηση.

 

ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr